Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ,ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΗΣ

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟΝ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟ ΑΞΙΟΧΟ ,Ο ΟΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΒΙΟΥ ,ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΗ.

Και ποία ηλικία δεν έχει λύπας ; Ευθύς άμα το νήπιον γεννηθή, μήπως δεν κλαίει αρχόμενον του ζην από λύπης; Δοκιμάζει όλας τας αλγηδόνας, κλαίων διότι είτε στερείται τινος, είτε διά την ζέστην, είτε διά το ψύχος ή διά τινα πληγήν, μη δυνάμενον να είπη τι αισθάνεται, κλαυθμηρίζον δε με φωνήν δυσαρεσκείας. Όταν έλθη εις ηλικίαν επτά ετών μετά πολλούς πόνους, παραδίδεται εις τους παιδαγωγούς και τους γραμματιστάς και τους παιδοτρίβας, οίτινες το τυραννούσιν· όταν πάλιν αυξηθή, έρχονται οι κριτικοί, οι γεωμέτραι, οι καθηγηταί και πολύ πλήθος αυθεντών. Όταν πάλιν εγγραφή εις τους εφήβους, έρχονται οι έφοροι και χειρότεροι φόβοι, έπειτα Λύκειον και Ακαδημία και γυμνασιαρχία και ράβδοι και απειρία κακών· και όλος ο καιρός του μειρακίου διατελεί υπό σωφρονιστάς και υπό την γνώμην περί των νέων της βουλής του Αρείου Πάγου. Όταν δε από ταύτα απαλλαγή, εισχωρούσι φροντίδες και σκέψεις, ποίαν οδόν του βίου θα χαράξη, και τα μετά ταύτα δεινά παρουσιάζουν τα πρώτα παιδικά και κατόπιν νηπιακά ως απλά φόβητρα: εκστρατείαι δηλαδή και τραύματα και συχνοί αγώνες. Έπειτα χωρίς κανείς να το εννοήση ήλθε το γήρας, εις το οποίον συρρέει όλον το φιλάσθενον της φύσεως και δυσκολοϊάτρευτον. Και αν μη κανείς το ταχύτερον ως χρέος αποδώση το ζην, ωσάν τοκογλύφος η φύσις παρουσιασθείσα, λαμβάνει ως ενέχυρον άλλου μεν την όρασιν, άλλου δε την ακοήν, πολλάκις δε και τα δύο. Και αν κανείς επιμείνη, παραλύει, βλάπτεται, εξαρθρούται. Αλλ' οι πολλοί ένεκα του γήρατος παρακμάζουσι και κατά τον νουν και κατά την παροιμίαν οι γέροντες γίνονται παλίμπαιδες.
Διά τούτο και οι θεοί γνωρίζοντες τα ανθρώπινα, όσους ανθρώπους αγαπώσι, ταχύτερον τους απαλλάττουσι του ζην. Ο Αγαμήδης λοιπόν και ο Τροφώνιος, οίτινες κατεσκεύασαν τον εν Δελφοίς ναόν του θεού, ευχηθέντες να συμβή εις αυτούς το άριστον, κοιμηθέντες πλέον δεν εξύπνησαν· και οι υιοί της Αργείας ιερείας ομοίως, όταν ηυχήθη η μήτηρ να ανταμείψη η Ήρα την ευσέβειάν των, επειδή καθυστέρησεν η άμαξα και ζευχθέντες αυτοί έφερον αυτήν εις τον ναόν, μετά την ευχήν την οποίαν έλαβον, την νύκτα απέθανον. Απαιτείται μακρός χρόνος να διηγηθώ τα των ποιητών, οι οποίοι με θειότερα στόματα τα του βίου προφητεύουσι· πόσον κλαίουν την ζωήν· έν δε μόνον, το αξιολογώτατον, θα ενθυμηθώ, το οποίον λέγει: «Ούτω οι θεοί προώρισαν εις τους δυστυχείς θνητούς, να ζώσι λυπημένοι». Ο δε Αμφιάραος τι λέγει; «Εκείνος τον οποίον εγκαρδίως ηγάπα και ο Ζευς ο κρατών την αιγίδα και ο Απόλλων, δεν έφθασεν εις το γήρας». Ο δε διδάσκων «να θρηνή ο γεννηθείς, διότι έρχεται εις τόσα κακά», πώς σου φαίνεται; Αλλά σταματώ μήπως παρά την υπόσχεσίν μου μακρύνω τον λόγον ενθυμούμενος και άλλων.
Ποίαν δε κανείς εκλέξας επιστήμην ή τέχνην δεν παραπονείται και δεν αγανακτεί διά την παρούσαν κατάστασιν; Τας χειρωνακτικάς αν ακολουθήσωμεν και βαναύσους, θα ίδωμεν ότι είναι εργασίαι ανδρών κοπιαζόντων από την μίαν νύκτα εις την άλλην και μόλις ποριζομένων τας τροφάς, οι οποίοι κλαίουσιν εαυτούς και οι οποίοι πάσαν αγρυπνίαν των πληρούσιν από στεναγμούς και φροντίδας. Αλλά αν τον ναυτικόν βίον ακολουθήσωμεν, ούτος διέρχεται διά τόσων κινδύνων και, ως είπεν ο Βίας, ο ναυτικός δεν είναι ούτε μεταξύ των αποθαμένων ούτε μεταξύ των ζώντων· διότι ο επίγειος άνθρωπος ως αμφίβιος ρίπτει εαυτόν εις το πέλαγος, αφιερών αυτόν εις την τύχην. Αλλ' η γεωργία είναι γλυκύ τι. Είναι φανερόν. Αλλά δεν είναι τάχα, καθώς λέγουν, όλη μία πληγή ήτις πάντοτε ευρίσκει πρόφασιν λύπης, διότι κλαίει τις τώρα μεν την ξηρασίαν, τώρα δε τας βροχάς, τώρα δε τας πλημμύρας, τώρα δε ασθένειαν βλάπτουσαν τα σπαρτά, τώρα δε θερμότητα άκαιρον, ή παγωνιάν; Αλλά η πολυτίμητος πολιτική—και παραβλέπω πολλά — από πόσα κακά ακολουθείται; την μεν χαράν έχει ωσάν φλεγμονήν με παλμούς και με σφυγμούς, την δε αποτυχίαν λυπηροτάτην και μυρίων θανάτων χειροτέραν. Διότι τις δύναται να είναι ευδαίμων ζων με τον όχλον, αν ήθελε επευφημισθή και επικροτηθή ως παίγνιον του λαού αποδιωκόμενον, συριττόμενον, ζημιούμενον, θνήσκον, ελεούμενον ; Πού, ω πολιτικέ Αξίοχε, απέθανεν ο Μιλτιάδης; πού δε ο Θεμιστοκλής ; πού δε ο Εφιάλτης; πού δε πριν οι δέκα στρατηγοί; ότε εγώ μεν δεν ήμην της γνώμης να καταδικασθώσιν, οι δε περί τον Θηραμένην και Καλλίξενον την ακόλουθον ημέραν προέδρους εγκαθέτους αφίσαντες κατεδίκασαν εις θάνατον ακρίτως τους άνδρας. Και όμως συ μόνος υπερήσπισες αυτούς και ο Ευρυπτόλεμος, ενώ συνεδρίαζον τριάκοντα χιλιάδες.

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Ναι, διότι περί τους ζώντας ο θάνατος δεν υπάρχει, οι δε αποθανόντες δεν υπάρχουσιν. Ώστε ούτε περί σε τώρα είναι, διότι δεν έχεις αποθάνει, ούτε και αν ήθελες πάθει τι, θα είναι περί σε, διότι συ δεν θα υπάρχης. Ματαία λοιπόν είναι η λύπη ώστε να λυπήται ο Αξίοχος δια το μήτε ον, μήτε μέλλον να είναι περί τον Αξίοχον, και ομοία είναι η λύπη, ως να ελυπείτο τις περί της Σκύλλας ή του Κενταύρου, πραγμάτων τα οποία μήτε είναι περί σε, μήτε ύστερον μετά τον θάνατον θα είναι. Διότι ο φόβος υπάρχει εις τα όντα, εις δε τα μη όντα πώς είναι δυνατόν να είναι;

--------------------------------------------------------------------------------------------------

Συνδέεις δηλαδή, ω Αξίοχε, ασκέπτως την στέρησιν των καλών με την αίσθησιν των κακών, λησμονών ότι θα έχεις αποθάνει. Διότι λυπεί εκείνον, όστις στερείται των καλών, η αντικατάστασις τούτων διά των κακών, αλλ' ο μη υπάρχων ούτε την στέρησιν εννοεί· πώς λοιπόν θα επέλθη λύπη εις εκείνον όστις δεν θα λάβη γνώσιν της λύπης; Διότι εξ αρχής, ω Αξίοχε, τρόπον τινά μη μετά των άλλων αισθήσεων λαμβάνων υπ' όψιν μίαν αίσθησιν, ποτέ δεν ημπορείς να φοβηθής τον θάνατον· τώρα δε αδικείς τον εαυτόν σου φοβούμενος ότι θα στερηθής την ψυχήν. Εις δε την στέρησιν θέτεις και την στέρησιν της ψυχής και φοβείσαι μεν ότι δεν θα αισθάνεσαι, φαντάζεσαι δε ότι θα εννοήσης με αίσθησιν μίαν αίσθησιν ήτις δεν θα υπάρξη. Πλην του ότι είναι πολλοί και ωραίοι λόγοι περί της αθανασίας της ψυχής (διότι η ψυχή δεν είναι βέβαια φύσις θνητή) τόσα μεγάλα κατορθώματα διέπραξεν, ώστε κατεφρόνησε βίας μεγάλων θηρίων, διέπλευσε πελάγη, ωκοδόμησε πόλεις, ίδρυσε πολιτεύματα, ανέβλεψε δε εις τον ουρανόν και είδε τους κύκλους των άστρων και δρόμους ηλίου και σελήνης εκλείψεις και ταχείας επαναφοράς και ισημερίας και διττάς τροπάς χειμώνος και θέρους και ανατολάς και δύσεις πλειάδων και ανέμους και βροχάς και μεγάλα κτυπήματα κεραυνών και την σύνδεσιν των παθημάτων του κόσμου με τον αιώνα. Ταύτα βεβαίως δεν ήθελε κατορθώσει αν δεν ενυπήρχεν όντως θείον πνεύμα εις την ψυχήν, διά του οποίου να έχη των μεγάλων τούτων την οξύνοιαν και την γνώσιν.
Ώστε όχι εις θάνατον αλλ' εις αθανασίαν θα περιέλθης, ω Αξίοχε, ούτε θα στερηθής των καλών, αλλά θα έχης ειλικρινεστέραν απόλαυσιν, ούτε θα έχης αναμεμιγμένας με θνητόν σώμα τας ηδονάς, αλλ' αμιγείς όλων των λυπών. Διότι προς τα εκεί θα υπάγης απομονωθείς ταύτης της ειρκτής, εκεί όπου όλα είναι χωρίς πόνους και στεναγμούς και αγήρατα, βίος δε ήσυχος και χωρίς κακά, ευτυχών εις ησυχίαν ασάλευτον και πανταχόθεν θεωρών την φύσιν, φιλοσοφών όχι προς όχλον και προς θέατρον, αλλά προς μίαν γνησίαν αλήθειαν.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------

Εάν δε θέλης και άλλον λόγον να ακούσης τον οποίον είπεν εις εμέ ο Γωβρύας, σου λέγω ότι είπεν, ότι κατά την διάβασιν του Ξέρξου ο πάππος και ομώνυμος αυτού απεστάλη εις Δήλον όπως επιτηρήση την νήσον εις την οποίαν εγεννήθησαν οι δύο θεοί, και έκ τινων χαλκίνων πινάκων τους οποίους από τους Υπερβορείους έφεραν ο Ώπις και η Εκαέργη, επληροφορήθη ακριβώς ότι μετά την διάλυσιν του σώματος η ψυχή μεταβαίνει εις άδηλον τόπον, εις υπόγειον κατοικίαν εις την οποίαν υπάρχουν τα ανάκτορα του Πλούτωνος όχι κατώτερα από την αυλήν του Διός, διότι η μεν γη κατέχει το μέσον του κόσμου, ο δε πόλος είναι σφαιροειδής, του οποίου το έτερον ημισφαίριον έλαχεν εις τους ουρανίους θεούς, το έτερον δε εις τους υποχθονίους. Ούτοι δε είναι οι μεν αδελφοί, οι δε παίδες αδελφών. Τα προπύλαια της εις τον Πλούτωνα οδού είναι περικλεισμένα με σιδηρά κλείθρα και κλείδας· αφού δε ταύτα ανοίξωσι, δέχεται ο ποταμός Αχέρων, μετά τον οποίον ο Κωκυτός, τους οποίους πρέπει αφού διέλθη τις διά πλοιαρίου, να οδηγηθή εις τον Μίνω και Ραδάμανθυν. Η κατοικία αύτη ονομάζεται πεδιάς της αληθείας.
Εδώ κάθηνται δικασταί οι οποίοι ανακρίνουσιν έκαστον από τους ερχομένους, ποίον βίον έκαστος έζησε και με ποία επιτηδεύματα ησχολήθη. Και να ψευσθή μεν είναι αδύνατον. Όσοι δε λοιπόν κατά το διάστημα της ζωής ηυνοήθησαν υπό καλής τύχης, ούτοι τοποθετούνται εις τον χώρον των ευσεβών, όπου αφθονούσι παντός είδους καρποί και όπου τρέχουσι πηγαί καθαρών υδάτων, υπάρχουσι δε παντός είδους λειμώνες με άνθη ποικίλα και κατοικίαι φιλοσόφων και θέατρα ποιητών και χοροί κύκλιοι και μουσικά ακούσματα και συμπόσια με ωραίας μελωδίας και ευωχίαι δωρεάν και απουσία λύπης και βίος γλυκύς· διότι ούτε ψύχος πολύ, ούτε ζέστη υπάρχει, αλλά συγκερασμένος αήρ διασκορπίζεται, αναμεμιγμένος με απαλάς ακτίνας ηλίου· εδώ εις τους μεμυημένους υπάρχει πρωτοκαθεδρία τις· και τας θρησκευτικάς τελετάς αυτοί εκεί συντελούσι. Πώς λοιπόν συ πρώτος δεν θα έχης μέρος εις τας τιμάς, αφού είσαι εκ του αυτού γένους των θεών ; Όσοι δε διήλθον τον βίον διά κακουργημάτων οδηγούνται εις το σκότος και το χάος των Ερινύων διά του ταρτάρου, όπου είναι ο τόπος των ασεβών και αι μη πληρούμεναι ποτέ υδρίαι των Δαναΐδων και η δίψα του Ταντάλου και τα σπλάγχνα του Τιτυού και η μη δυναμένη να φθάση εις το τέρμα πέτρα του Σισύφου, όπου από θηρία ξηρογλειφόμενοι και από λαμπάδας επιμόνως θερμαινόμενοι και με πάσαν κακήν μεταχείρισιν βασανιζόμενοι με αιωνίους τιμωρίας κατατυραννούνται.
Ταύτα μεν εγώ ήκουσα από τον Γωβρύαν, συ δε, ω Αξίοχε, ημπορείς να κρίνης. Διότι εγώ τούτο μόνον αληθώς γνωρίζω, ότι η ψυχή είναι αθάνανος, μετατεθείσα δε από τούτου του τόπου είναι και άλυπος· ώστε ή κάτω ή άνω πρέπει συ, ω Αξίοχε, να είσαι ευδαίμων, αφού έχεις διέλθει τον βίον σου ευσεβώς.

ΚΑΙ Ο ΑΞΙΟΧΟΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΠΑΝΤΑ :

Εντρέπομαι, Σωκράτη, να σου είπω τι· τόσον απέχω από τον φόβον του θανάτου, ώστε τώρα και να αγαπώ αυτόν. Τόσον εμέ και ούτος ο λόγος καθώς και ο ουράνιος με έχει πείσει και τώρα περιφρονώ την ζωήν, επειδή θα μεταβώ εις ανωτέραν κατοικίαν. Τώρα δε ησύχως θα σκεφθώ πάλιν τα λεχθέντα· μετά μεσημβρίαν δε θα σε ίδω βέβαια, Σωκράτη, κοντά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου